Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

λογική κι ευαισθησία

   Μεγάλωσα πιστεύοντας ότι οι μεγάλες μάχες δίνονται ανάμεσα στο μυαλό και στην καρδιά. Τη λογική και το συναίσθημα. Τους ρεαλιστές και τους ρομαντικούς. Τους τεχνοκράτες και τους ιδεαλιστές. Τα πρέπει και τα θέλω. Τα όνειρα και την πραγματικότητα. Την ελπίδα και τον κυνισμό.
   Η διττή φύση των πραγμάτων... η διττή φύση του ανθρώπου... Πώς μπορείς να μην μπλέκεσαι και στα δυο μέσα; Στο μυαλό και στην καρδιά; Και τα δυο να μην τ' ακούς; Που και τα δυο φωνές σου είναι, δικές σου και σου μιλάνε. Μέσα από τα σπλάχνα σου φωνάζουν, κραυγάζουν, σε όλα μέσα μπαίνουν, ψιθυρίζουν... Τ' ακούς; Άλλα λέει το 'να, άλλα λέει τ' άλλο.
   Από πολύ νωρίς έλεγα ότι έταξα τον εαυτό μου στο ένα μέτωπο έναντι του άλλου. Πονάει λιγότερο έτσι πίστευα... Μπλεγμένη στα δίχτυα της λογικής έλεγα ότι ακολουθούσα την καρδιά μου. Το έκανα; Το κάνω; Και πώς μπορείς να ξέρεις;
   Δεν έχει πια καμία σημασία. Γιατί και αυτός ο μύθος καταρρίφθηκε. Μαζί με τον καλό και τον κακό. Πάει... Δεν υπάρχει. Γιατί όλα είναι λογικά και συνάμα τίποτα δεν είναι. Αυτό που φωνάζει η λογική αν κάμεις ένα βηματάκι παρακεί παράλογο φαντάζει. Γιατί συναίσθημα υπάρχει μέσα σε όλα, και η καρδιά τί τάχα να προστάζει; Που είναι φτιαγμένη να αγαπά και να χτυπά για όλα...
  Στάσου και άκου μέσα σου. Πώς άλλα λέει η καρδιά και άλλα το μυαλό. Για κάνε λίγο κατά κει που σε προστάζει κάποιο. Να δεις που και τα δυο θ' αλλάξουν λόγια... Κι εσύ τώρα τί διαλέγεις; Κατά πού κάνεις; Ποιο κομμάτι σου προδίδεις, και ποιο υπερασπίζεσαι;
   Αφού όλα είναι λογικά και τίποτα δεν είναι. Κι είναι η ίδια η καρδιά που όλα τόσο τα πονά...

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

παραμύθι από την Ανθή...

Ένα παραμύθι αγαπημένο όπως το άκουσα και το θυμάμαι από την Ανθή Θάνου το Χειμώνα του 2008-2009 στη Θεσσαλονίκη στο χώρο της Ούγκα Κλάρα.
Η φωνή της Ανθής μαγική, οι κινήσεις της, τα λόγια της μείναν χαραγμένα στην καρδιά μου. Το πλέξιμο που είχε κάνει με πολυφωνικά ηπειρώτικα τραγούδια από το σχήμα Πλειάδες, μοναδικό.
Το παραμύθι... πολύ πολύ αγαπημένο γυροφέρνει συχνά σε καρδιά και μυαλό.

   Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μία βασίλισσα. Είχανε μια κόρη. Μεγάλωσε η κόρη τους και έπρεπε να πάει στο σχολείο. Αλλά παιδί του βασιλιά και να το στείλουνε σχολείο; Πήρανε μια δασκάλα στο σπίτι. Έλα όμως που της δασκάλας της καλάρεσε ο βασιλιάς. Κι έβαζε λόγια στο κορίτσι. "Άμα σ' είχα εγώ κόρη μου, θα σ' έβαζα να κοιμάσαι σ' εφτά στρώματα μ' εφτά παπλώματα." Το κορίτσι μωρέ, μικρό ήταν δε νόγαγε. "Πώς να μ' έχεις εσύ κόρη σου; αφού εγώ έχω μάνα." "Θα σου πω εγώ τί να κάνεις και θα γίνει. Απόψε το βράδυ να ζητήσεις καρύδια από τη μάνα σου, όχι όμως από κείνα που έχει απάνω στο τραπέζι, από τ' άλλα από τη μαρμαρένια τη σεντούκα. Θα κάνεις ότι της βαστάς εσύ το σκέπασμα, και σκύψει να πάρει τα καρύδια τ' αμολάς." Το βράδυ είπε το κορίτσι στη μάνα του "Μάνα θέλω καρύδια." "Πάρε κόρη μου, έχει στο τραπέζι" "Όχι απ' αυτά μάνα, από τ' άλλα που είναι στη μαρμαρένια τη σεντούκα." "Και ποιος θα μου βαστήξει κόρη μου να πάρω;" "Εγώ μάνα!" Τί να κάνει εκείνη, την αγαπούσε την κόρη της, χατίρι δεν της χάλαγε. Έκανε η κόρη ότι βαστούσε, και μόλις έσκυψε η μάνα της στη σεντούκα...
   Ο βασιλιάς πολύ λυπήθηκε για το θάνατο της γυναίκας του. Έπεσε σε πένθος βαρύ. Σαν πέρασαν σαράντα μέρες όμως, το κορίτσι με τις ορμήνειες της δασκάλας άρχισε να τον παρακαλά να πάρει γυναίκα του τη δασκάλα. Εκείνος ούτε ν' ακούσει δεν ήθελε. Σαν είδε κι απόειδε όμως, πήρε ένα ζευγάρι καντούρες, μάλλινες παντούφλες δηλαδή, τις κρέμασε σ' ένα καρφί στον τοίχο και είπε στο κορίτσι. "Έτσι και πέσουν αυτές από κει πάνω, τότε θα παντρευτώ κι εγώ τη δασκάλα σου." Το κορίτσι πήγε και τα 'πε στη δασκάλα. Κι εκείνη την ορμήνεψε. "Θα πηγαίνει κάθε μέρα να κατουράς στις καντούρες, ε κι αυτές απ' το βάρος, θα πέσουν." Έτσι έκανε το κορίτσι, και μια μέρα έπεσαν οι καντούρες. "Θα την παντρευτώ, αλλά από δω και πέρα ό,τι και να πάθεις, είσαι μόνη σου."
Και έγιναν οι γάμοι. Και στην αρχή όλα καλά για το κορίτσι, εφτά τα στρωσίδια, εφτά τα παπλώματα. Κάθε χρόνο που περνούσε όμως, η δασκάλα έπαιρνε και ένα στρώμα, έπαιρνε και ένα πάπλωμα. Ώσπου έφτασε η κοπέλα να είναι χειρότερα κι από δούλα.
   Ας την αφήσουμε όμως αυτή να κακοπερνάει και ας πάμε σε ένα άλλο γειτονικό βασίλειο. Εκεί η βασίλισσα είναι γκαστρωμένη και κοιλοπονάει. Μα καμιά μαμή δεν μπορεί να την ξεγεννήσει. Μέσα στην κοιλιά της έχει έναν όφι. Σαν κάνουν οι μαμές να τον βγάλουν, χιμάει εκείνος, τις δαγκώνει, και πεθαίνουν. Τ' άκουσε αυτό η δασκάλα, και είπε ευκαιρία να ξεφορτωθεί το κορίτσι. Κι έστειλε γράμμα ότι έχει αυτή μαμή να ξεγεννήσουν τη βασίλισσα. Κι ήρθαν οι άντρες του βασιλιά εκείνου, να πάρουν το κορίτσι. Και το κορίτσι έκλαιγε και φώναζε και τους παρακαλούσε. "Αφήστε με μωρέ, και πού ξέρω εγώ να ξεγεννάω; Μικρό κορίτσι είμαι." Εκείνοι όμως δεν την αφήνανε. Και το κορίτσι τους παρακάλεσε, "Αφήστε με μωρέ, αφήστε με να πάω στον τάφο της μάνας μου." Και την αφήσανε. Και το κορίτσι πήγε στον τάφο της μάνας του. "Μάνα, μανούλα μου, αδικοσκοτωμένη κι αδικοφονεμένη, εγώ σ' αδικοφόνεψα με τούτο εδώ το χέρι. Και τώρα εμένα μάνα ποιος θα με βοηθήσει;" Και μέσα από το μνήμα η μάνα αποκρίθηκε και στο κορίτσι λέει: "Πολλά τα κρίματά σου. Για τούτα θα πληρώσεις. Μα τώρα κει που θα πας, ζήτα να σου φέρουν ένα καζάνι γάλα. Βάλ' το στη φωτιά. Θα οσμιστεί ο όφις το γάλα, θα γλιστρήσει έξω και θα λεφτερωθεί η βασίλισσα." Και πήραν το κορίτσι, και την πήγαν στο βασίλειο. Κι εκείνη εκεί ζήτησε να της φέρουν ένα καζάνι γάλα. Το έβαλε στη φωτιά, κι άρχισε αυτό να μυρίζει. Κι άρχισε να ανασαλεύεται ο όφις μέσα στην κοιλιά της μάνας του, ώσπου τελικά ωωπ βγήκε και πήγε κι έπεσε μέσα στο καζάνι με το γάλα. Πολύ ευχαριστήθηκαν ο βασιλιάς και η βασίλισσα. Ευχαρίστησαν το κορίτσι και το έστειλαν σπίτι.
   Πέρασαν οι μέρες και στη δασκάλα πάλι μαντάτα φτάσανε από το γειτονικό βασίλειο. Ποια να βυζάξει τον όφι που όποια πήγαινε χιμούσε αυτός, δάγκωνε τα βυζιά της κι εκείνη πέθαινε; Γράφει η δασκάλα γράμμα. "Αυτή που τον ξεγέννησε, αυτή θα τον βυζάξει." Κι ήρθανε πάλι να πάρουν το κορίτσι. Και το κορίτσι έκλαιγε και φώναζε και τους παρακαλούσε. "Αφήστε με μωρέ, αφήστε με και πού να βρω εγώ γάλα να βυζάξω;" Εκείνοι όμως δεν την αφήνανε. Και το κορίτσι τους παρακάλεσε, "Αφήστε με να πάω στον τάφο της μάνας μου." Και την αφήσανε. Και το κορίτσι πήγε στον τάφο της μάνας του. "Μάνα, μανούλα μου, αδικοσκοτωμένη κι αδικοφονεμένη, εγώ σ' αδικοφόνεψα με τούτο εδώ το χέρι. Και τώρα εμένα μάνα ποιος θα με βοηθήσει;" Και τότε η μάνα απάντησε και στο κορίτσι λέει: "Πολλά τα κρίματά σου. Για τούτα θα πληρώσεις. Μα τώρα κει που θα πας, ζήτα να σου φτιάξουν ένα ζευγάρι σιδερένια βυζιά. Να ρίχνεις εσύ το γάλα από πάνω, να τρώει ο όφις."
Και πήραν το κορίτσι, και την πήγαν στο βασίλειο. Κι εκείνη εκεί ζήτησε να της φτιάξουν ένα ζευγάρι σιδερένια βυζιά. Έριχνε το γάλα από πάνω κι έτρωγε ο όφις μέχρι που γίνηκε ένας φίδαρος από δω μέχρι εκεί πέρα. Πολύ ευχαριστήθηκαν ο βασιλιάς και η βασίλισσα. Ευχαρίστησαν το κορίτσι και το έστειλαν σπίτι.
   Πέρασε ο καιρός, ο όφις μεγάλωσε και έπρεπε να τον παντρέψουνε. Μα ποια να πάρει ένα φίδι για άντρα της; Μεγάλη στεναχώρια έπεσε στο γειτονικό βασίλειο. Πιάνει τότε η δασκάλα και γράφει ένα γράμμα. "Εκείνη που τον ξεγέννησε, εκείνη που τον βύζαξε, εκείνη να τον πάρει γι άντρα της." Κι ήρθανε να πάρουν την κοπέλα. Κι εκείνη έκλαιγε και τους παρακάλεσε. "Αφήστε με να πάω στον τάφο της μάνας μου για τελευταία φορά. Και πήγε. "Μάνα, μανούλα μου, αδικοσκοτωμένη κι αδικοφονεμένη, εγώ σ' αδικοφόνεψα με τούτο εδώ το χέρι. Και τώρα εμένα μάνα ποιος θα με βοηθήσει;" Κι η μάνα από το μνήμα της απάντηση της δίνει. "Πολλά τα κρίματά σου, για τούτα θα πληρώσεις, μα τώρα εκεί που θα πάς, σα γίνει ο γάμος και μείνετε στην κάμαρη οι δυο σας, να 'χεις ζητήσει να σου φέρουνε εφτά δεμάτια ξύλα. Και συ να φοράς εφτά φορέματα. Για κάθε δεμάτι που ρίχνεις στη φωτιά, να βγάζεις ένα φόρεμα και να ζητάς κι από τον άντρα σου να βγάζει ένα πουκάμισο." Και πήραν το κορίτσι. Και οι γάμοι γίνανε. Σαν ήρθε η νύχτα, το νιόνυμφο ζευγάρι πήγε στην κάμαρη. Η κοπέλα έριξε ένα δεμάτι ξύλα στη φωτιά, έβγαλε ένα φόρεμα, κι ο όφις βγάζει ένα πουκάμισο. Κι άλλο δεμάτι, κι άλλο φόρεμα, κι άλλο πουκάμισο, κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο... Κι όταν έριξε και το τελευταίο δεμάτι στη φωτιά, κι έβγαλε και το τελευταίο φόρεμα, και ο όφις έβγαλε και το τελευταίο πουκάμισο, το φίδι εξαφανίστηκε, και στη θέση του ένα όμορφο παλικάρι. Την άλλη μέρα το πρωί οι γονείς του Όφι είπαν να παν να δουν τί απέγινε εκείνη η καλή κοπέλα που έδωσαν γυναίκα του γιου τους. Κοιτάν μέσα στην κάμαρη, και στο κρεβάτι με την κοπέλα βλέπουν ένα όμορφο παλικάρι. Θύμωσαν, "μωρέ αυτή έφερε δω μέσα τον αγαπητικό της;". Σαν κοίταξαν καλύτερα όμως είδαν ότι το παλικάρι τους έμοιαζε, και κατάλαβαν, και πολύ χάρηκαν, και γίνηκαν γάμοι δεύτεροι, πιο χαρούμενοι από τους πρώτους.
   Κι άμα τελείωνε εδώ το παραμύθι θα 'ταν καλά, αλλά έλα που δεν τελειώνει... Περνά ο καιρός και η κοπέλα είναι έγκυος στο πρώτο τους παιδί. Κι έρχεται χαρτί να πάει ο Όφις στον πόλεμο. Άφησε παραγγελιά στους γονείς του να προσέχουν την κοπέλα και το παιδί σαν τα μάτια τους. Η δασκάλα τώρα που μάθαινε ότι η προγονή της καλοπερνάει, καθόλου δεν της άρεσε. Και όταν γράψαν γράμμα οι γονείς στον Όφι, εκείνη πήρε το γράμμα και τ' άλλαξε, και έγραψε ότι η γυναίκα του τον ατιμάζει και βρομίζει το παλάτι. Ο Όφις σαν το' διάβασε, δεν πίστεψε στα μάτια του και τους ρώτησε αν είναι με τα σωστά τους. Η δασκάλα όμως πάλι άλλαξε το γράμμα. Και μήνυσε στους γονείς τάχα από τον Όφι, να διώξουν την κοπέλα από το σπίτι. Εκείνοι τά χασαν. Δεν ήθελαν να διώξουν την κοπέλα. Αλλά... βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα.
   Η κοπέλα έμεινε στο δρόμο, με το μωρό στην αγκαλιά. Και πού να πάει; Περπάτησε δρόμο πολύ, ώσπου έπεσε η νύχτα. Και τότε μπήκε μέσα σε ένα εκκλησάκι που βρέθηκε στο δρόμο της, να περάσει τη νύχτα με το παιδί της. Το παιδί γρήγορα κοιμήθηκε, και εκείνη κάθισε δίπλα του και έκλαιγε σιγανά. Σαν έφτασαν μεσάνυχτα, από πάνω απ' το εκκλησάκι απλώθηκε ένα στοιχειό. Και το στοιχειό μπήκε μέσα στο εκκλησάκι, γίνηκε άνθρωπος, την είδε να κλαίει, κάθισε δίπλα της και της μίλησε. "Μη φοβάσαι, της είπε, κι άνθρωπος είμαι Τσυρόγλε τ' όνομά μου, μα είμαι καταραμένος να γυρνάω όλη μέρα σα στοιχειό." Και η κοπέλα είπε στον Τσυρόγλε όλη της την ιστορία, και ο Τσυρόγλε της είπε τη δική του. Λίγο πριν ξημερώσει της είπε. "Να πας να βρεις το βασίλειο που το παλάτι του ειν' βαμμένο μαύρο. Και να φωνάξεις στη βασίλισσα "Στο όνομα του Τσυρόγλε ανοίξτε μου." μα όσο και να σε ρωτάνε πού έμαθες αυτό το όνομα να μην τους απαντάς." Αυτά είπε κι έφυγε. Σαν ξημέρωσε, το κορίτσι πήρε το μωρό στην αγκαλιά και κίνησε να πάει. Σαν έφτασε στάθηκε κάτω από το παλάτι και φώναξε ό,τι της είπε ο Τσυρόγλε. Οι δούλες τη διώχνανε. Σαν άκουσε όμως η βασίλισσα τ' όνομα του γιου της κατέβηκε τρέχοντας τη σκάλα, και πήρε μέσα την κοπέλα. "Πού ξέρεις εσύ για τον Τσυρόγλε;" ρωτούσε, μα η κοπέλα δε μιλούσε. Η βασίλισσα την πήρε και την έβαλε στην καλύτερη κάμαρη του παλατιού. Την πρόσεχε και την περιποιόταν. Και κάθε βράδυ ερχόταν ο Τσυρόγλε, και κοιμότανε μαζί με την κοπέλα, μα μόλις πριν χαράξει, έφευγε ξανά.
   Η βασίλισσα όλο ρωτούσε για το γιο της και η κοπέλα μια μέρα δεν άντεξε και της είπε, "αν θέλεις να μάθεις για το γιο σου, έλα απόψε να παραφυλάξεις στην κάμαρή μου." Εκείνο το βράδυ η βασίλισσα κρύφτηκε στην κάμαρη της κοπέλας. Και είδε το γιο της να έρχεται και να πλαγιάζει στο κρεβάτι. Τότε έτρεξε και πήρε μαύρο μπλε ύφασμα χοντρό, και κέντησε απάνω όλα τα άστρα του ουρανού, το πήρε και το κρέμασε στο παραθύρι της κάμαρης που κοιμόταν ο Τσυρόγλες. Εκείνος ξύπνησε, δεν είδε φως στο παραθύρι, "μπα, νωρίς είναι ακόμη" είπε, και ξανακοιμήθηκε. Μετά από λίγο ξανασηκώθηκε, "μα πώς αργεί έτσι να ξημερώσει απόψε" είπε. Τρέχει τότε η μάνα του με την κοπέλα και τραβάνε το ύφασμα και μπαίνει μέσα φως. "Τί μου κάνετε μωρέ" φώναξε ο Τσυρόγλες. Και τα μάγια λύθηκαν. Έμεινε άνθρωπος. Η μάνα του έβαψε όλο το παλάτι στα άσπρα! Και ζούσανε καλά με την κοπέλα, ο Τσυρόγλες την είχε γυναίκα του, και μεγάλωνε σαν αληθινός πατέρας το παιδί της.
   Και άμα τελείωνε το παραμύθι εδώ θα 'ταν καλά, μα έλα που δεν τελειώνει. Κάποτε ο πόλεμος τελείωσε, και Όφις γύρισε στο παλάτι του. Γύρεψε τη γυναίκα του. Και οι γονείς του του είπαν ότι τη διώξανε, και του έδειξαν τα γράμματα που τους είχε εκείνος στείλει. Κατάλαβε ο Όφις ότι αυτή ήτανε δουλειά της δασκάλας. Διέταξε και του τη φέρανε, την έδεσε πίσω απ' τ' άλογό του και του έδωσε μια στα πισινά. Και λένε ότι το μεγαλύτερο κομμάτι που απόμεινε απ' αυτή δεν ήταν ούτε ίσα μ' ένα καρύδι.
   Ο Όφις ήθελε πίσω τη γυναίκα του και πού να τηνε βρεί; Έστειλε κύρηκες, τελάληδες, κανείς δεν ήξερε. Κλείστηκε στο παλάτι του του θανατά. Ώσπου μια μέρα ένας αξιωματικός φτάνει στο παλάτι  και λέει "Η γυναίκα του βασιλόπουλου είναι στο διπλανό βασίλειο. Την έχει τώρα γυναίκα του ο βασιλιάς Τσυρόγλες." Τ' ακούει αυτά ο Όφις, παίρνει στρατό και πάει και στήνει τα στρατεύματα του στο σύνορο με το βασίλειο του Τσυρόγλε. Σαν το 'μαθε ο Τσυρόγλες πήγε ο ίδιος και ρώτησε τί ήθελε ο Όφις. "Τη γυναίκα μου" απάντησε αυτός. "Συ την έδιωξες" είπε ο Τσυρόγλες και κατέβασε και αυτός το δικό του στρατό και τον παρέταξε απέναντι από το στρατό του Όφι.
   Στα αλήθεια θα γινόταν μεγάλος σκοτωμός και θα χανόντουσαν κι οι δυο τους αν δεν ήταν εκεί ένας γέροντας σοφός. Γύρεψαν τη συμβουλή του. Κι εκείνος είπε να δώσουν στην κοπέλα σαρδέλες να φάει, να τη βάλουνε στη μέση, και να κάνει σαράντα βήματα ο ένας απ' τη μια κι ο άλλος απ' την άλλη. Κι από όποιον ζητήσει η κοπέλα νερό, εκείνου γυναίκα είναι. Και έτσι κάνανε. Δώσανε στην κοπέλα σαρδέλες και τραβήξανε ο ένας απ' τη μια κι ο άλλος απ' την άλλη. Κι όλο και ξεμακραίνανε. Και η κοπέλα έπρεπε να διαλέξει. Και πώς να διαλέξει; Ποιον; Τον Όφι; Που τον ξεγέννησε, τον βύζαξε, από φίδι τον έκανε άνθρωπο και ήταν ο άντρας της ο πρώτος και πατέρας του παιδιού της; Ή τον Τσυρόγλε που στη δύσκολη στιγμή της την περιμάζεψε, τη φρόντισε, κι εκείνη από στοιχειό τον έκανε άνθρωπο, κι αυτός την είχε γυναίκα του αγαπημένη;
"Εγώ τον Όφι αγαπώ, και τον Τσυρόγλε θέλω.
Τσυρόγλε φέρε μου νερό, και να πεθάνω θέλω."
Κι όσο ο Τσυρόγλες να πάει, κι όσο να ρθει, κείνη πέφτει και ξεψυχάει.

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Περνάνε από τα χέρια μας πολύχρωμες κλωστές...
Κι εμείς υφαίνουμε, το υφαντό της ζωής μας.
Και κάθε κλωστή, άλλο χρώμα, άλλη υφή...
Και άλλες τις κρατάμε, άλλες τις αφήνουμε στην άκρη...
Και κάθε κλωστή που περνάει από τα χέρια μας, ένα εν δυνάμει σχέδιο, μια ζωγραφιά... την ονειρευόμαστε να στολίζει το υφαντό της ζωής μας...
κι άμα ξεθωριάσει η κλωστή, αλλάξει χρώμα και σου χαλάσει τα σχέδια, κι άμα σου σπάσει και σε αφήσει στη μέση, κανείς δεν ξέρει να στο πει.
Και περνάνε από τα χέρια μας πολύχρωμες κλωστές...
Άλλες διαλέγουμε, άλλες αφήνουμε, όλες δεν μπορείς να τις κρατάς...
Και κάθε μια που την διαλέγεις αλλού σε πάει, αλλού σε οδηγεί, σε άλλα σχέδια, άλλα χρώματα που θα 'ρθουν παρακάτω...
Κι ακολουθείς τα σχέδια που μονάχος σου υφαίνεις, ακολουθείς εκεί που σ' οδηγούνε οι κλωστές που μονάχος σου διαλέγεις...
Διαλέγεις και πορεύεσαι...

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

αλκυόνη

Μέσα στο στέρνο μου είναι κλεισμένο ένα πουλί. Το ένιωσα χθες πρώτη φορά να φτερουγάει. Ζει μαζί μου. Ζει μέσα μου. Να'ναι ευτυχισμένο; Άραγε να κλαίει όταν χαίρομαι; Να γελάει όταν λυπάμαι; Ή με συμμερίζεται στον πόνο και το γέλιο; Προτιμώ το πρώτο. Τότε η δυστυχία μου θα χρωματίζεται από τη χαρά του, και η ευτυχία θα έχει άλλη σημασία. Νιώθει λες φυλακισμένο; Εγκλωβισμένο στα τοιχία του θώρακά μου; Πρέπει να το ελευθερώσω;
Το ένιωσα χθες. Νομίζω ότι το άκουσα κι όλας. Κι είχε ένα κρώξιμο βαθύ σα φαράγγι -σαν απελπισία σαν άγρια χαρά- και τα φτερά του βροντοκοπούσαν πάνω στο στέρνο μου. Πρέπει να το ελευθερώσω;
Ω νύχτα ατέλειωτη νύχτα με τα θεριά και τα τέρατά σου κρυμμένα. Κρυμμένα στη χλωμή απόκοσμη λάμψη της λάμπας που σφίγγει το μαύρο σκοτάδι πιο σιμά...
Ω μέρα ατέλειωτη μέρα με το αδίσταχτο φώς σου που τίποτα δε φανερώνεις, και τίποτα δεν κρύβεις μήτε κι εξηγείς από όσα φανέρωσε η νύχτα...
Ήρθες και με βρήκες με χέρια αδειανά. Κι είναι που άκουσα χθες το πουλί να σκιρτά στο στέρνο μου. Και δεν ξέρω τί να κάνω με το φως σου.

Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010

άνθρωπος είμαι; σαλίγκαρος να γενώ!

Πόσο ζηλεύω καμιά φορά τα ζώα...

Πόσο ήθελα να είχα ένα κάτι μαγικό, όποτε θελήσω να αλλάζω, ζώο να γίνομαι, ό,τι λαχταρώ κάθε φορά!

Πιο συχνα, τις πιο πολλές φορές, σχεδόν πάντα, πόσο ζηλεύω τους χιμπαντζήδες... Ναι μια χιμπαντζίνα ήθελα να 'μαι... Να κάθομαι όλη μέρα κάτω απ'τον ήλιο - κάτω απ' τα δέντρα. Με την ομάδα μου μαζί. Οι χιμπαντζήδες είναι που βιώνουν πιότερο απ' όλους το μαζί. Να καθόμαστε κοντά κοντά ο ένας με τον άλλο και να ξεψειριζόμαστε. Κι αυτό θαρρώ είναι η ευτυχία. Να κάθεσαι κοντά κοντά με όλους και να ξεψειρίζεστε..

Άλλες φορές... Να όπως τώρα. Τώρα σαλιγκάρι είναι που θα' θελα να γενώ. Ένα σαλιγκαράκι τόσο δα, θαλασσινό για στεριανό δε με πειράζει, διόλου δε με μέλλει το πού. Μα με καβούκι μεγάλο και γερό. Να χωνόμουνα εκεί. Στην πιο βαθιά γωνιά του καβουκιού μου. Την πιο σκοτεινή... Με μόνο φως μια τόση δα φλογίτσα απ'τη μικρούλα μου καρδιά. Και το καβούκι τ'άλλο αδειανό να μην το έχω. Σάλιο πηχτό σα βαμβάκι να 'χω απλώσει. να'ναι κλεισμένα στεγανά, μαλακά, ζεστά. Τον εαυτό μου εμένα εγώ να πάρω μια μεγάλη αγκαλιά...

Κοίτα πώς είναι καμιά φορά τα πράμματα... Άλλοτε να λες πως δε χωράς στις σάρκες σου, νύχια και ράμφος αιχμηρό να θες να βγάλεις να τις ξεσκίσεις, να ξεφύγεις τη φυλακή απ' τα περιορισμένα δέρματά σου να ανοίξεις φτερά να πετάξεις ψηλά, -αητός σωστός- τον κόσμο όλο να γεμίσεις και πάλι δε θα φτάνει... Κι άλλοτε να είσαι μικρός τόσο μικρός, και τόσο μαλακός και εύπλαστος ένα μικρό μικρό σαλιγκαράκι... Το κορμί καβούκι να γίνεται και τα τοιχώματα άφθαρτα, γερά, κι εσύ να ψάχνεις την πιο σκοτεινή, τη πιο βαθιά, την πιο στεγανή γωνιά για να κρυφτείς.

Τι τραβάει κι αυτό το έρμο το κορμί, μια να το ξεσκίζεις και μια τσιμεντένιο να το κάνεις...

Βέβαια είναι και οι άλλες οι φορές, που σού 'ρχεται ίσα-ίσα και ταιριάζει και σα χαρούμενος γλάρος γλιστράς στον αέρα. Είναι τις φορές που τέτοια ζώα λαχταρώ να γίνω, γλάρος, σκύλος, ίσως και γάτα καμιά φορά να νιαουρίζω και να τρίβομαι και πού και πού να βγάζω νύχια, έτσι γιατί έτσι μου τό 'φερε ο άνεμος.
Μα πιο πολύ εκείνες τις φορές που ταιριαστή 'μαι στο κορμί μου λαχταρώ:
"έτσι σα δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθεί και να παίζει, με τ' άσπρο και με το κυανό η ψυχή μου".

Τρίτη 8 Ιουνίου 2010

κάπου αλλού

Πέρασμα σε κόσμο αλλιώτικο.  
Εκεί τα πάντα είναι διάχυτα. Δεν υπάρχουν σαφή όρια μεταξύ των πραγμάτων. Αλλά σάματις, υπάρχουνε στον κόσμο ετούτο; Μια σούπα από μόρια -σωματίδια που κινούνται διαρκώς- ηλεκτρόνια που στριφογυρίζουν αδιάκοπα. Και τα μόρια αλλού πιο αργά και κοντά κοντά μεταξύ τους κι αλλού γρήγορα, μακρυά το 'να απ' τ' άλλο. Κι εκεί που αλλάζει η φάση;
Δεν υπάρχουν όρια. -Κατασκευάσματα του ανθρώπινου νου. Της περιορισμένης μας αντίληψης. 
Δεν είναι άλλος ο κόσμος λοιπόν. Ετούτος είναι. Πώς τον βλέπει ο καθένας, αυτό έχει σημασία. Τυχερός ή άτυχος όποιος τον βλέπει κι αλλιώς; Όσο μπορεί και επανέρχεται; Να 'ναι άλλη διάσταση; Όχι - δεν αλλάζει ο κόσμος διάσταση, ο άνθρωπος αλλάζει θέση. Οπτική γωνία. Μάλλον ούτε καν αυτό. Το μόνο που αλλάζει είναι το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπει κανείς τα πράγματα. Το κατασκευασμένο από τον ίδιο, τα βιώματά του, τον κοινωνικό περίγυρο. Και ποια δύναμη μαγική σου παίρνει από τα μάτια το ματογυάλι που χτίζονταν χρόνια εκεί; Και τί βάζει στη θέση του; Δεν είναι μαγική δύναμη. Η επιθυμία σου είναι. Και μήπως όλο είναι μιαν απάτη; Άλλο ένα κατασκεύασμα του νου; 
Τί είναι ψέμα; Τί είναι αλήθεια; Ποια είναι; Πού βρίσκεται; 
Δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια. Δεν υπάρχει καθολικός τρόπος αντίληψης του κόσμου. Απ' τη σκοπιά του ο καθένας. Κι ότι νιώσει κανείς αληθινό, ίσως αυτό να 'ναι κι η αλήθεια του.
Αλλιώτικος τρόπος βίωσης λοιπόν. Που όταν περνάς σ' αυτόν, τον άλλο τρόπο βίωσης λέω, ο κόσμος γίνεται κι αυτός αλλιώτικος.
Πέρασμα σε κόσμο αλλιώτικο.  
Μύηση σε μυστήρια πανάρχαια.
Όλα γίνονται. Βουνά ανοιγοκλείνουν, κι από μέσα τρέχει τ' αθάνατο νερό. Τα βράδια στα αλώνια χορεύουνε νεράιδες. Οι ψυχές υπάρχουνε, οι δικές μας ψυχές. Ανταμώνουν, ενώνονται και λάμπουν αγκαλιασμένες. Τα μάτια φωτίζουν και πηγάζουνε ζωή, σκύβει η ψυχή και ξεδιψάει. Το σώμα ίπταται και βαπτίζεται σε λουτρά αθανασίας. Τα σύννεφα, ψηλά ψηλά στον ουρανό γίνονται κλίνες ερωτευμένων.
Και το φεγγάρι στέλνει όλους τους ψιθύρους και τα κρυφά τα αχ των απομακρυσμένων εραστών. Ο ήλιος είναι θεός. Η γη είναι μάνα. Η ψυχή ενώνεται με την αιώνια θάλασσα, ρουφάει δύναμη και πετάει ξανά ψηλά. Αστέρια κυλάνε και μπαίνουνε μέσα σε νυχτωμένες κάμαρες. Αχτίδες φωτός χορεύουνε στα μάτια των ερωτευμένων. Λουλούδια ανθίζουνε μέσα στις καρδιές όσων αγαπάνε. Κι όλα είναι ήρεμα, γαλήνια, μυστηριακά, μυητικά.
Κάθε κίνηση είναι τελετή. Τα πάντα είναι ιερά.
Κι ο έρωτας κρατάει για πάντα. (Κι ας είναι ψέμα. Κι ας μην υπάρχει το για πάντα. Είναι η μόνη πύλη που έχει ο άνθρωπος για να ρίξει μια κλεφτή ματιά στην αιωνιότητα.) 
Στο κάτω κάτω της γραφής ποια είναι η αλήθεια;
Ποιος κόσμος είναι ο αληθινός; Είπαμε, ένας είναι ο κόσμος. Ποια αντίληψη του κόσμου είναι λοιπόν η λιγότερο λανθάνουσα; Μήπως τελικά το όνειρο, ο έρωτας, ο μύθος, είναι ναρκωτικά βαριά; Που στρεβλώνουν την αντίληψη του κόσμου, καταστρέφοντας συνάψεις; Όχι, συνάψεις μάλλον δημιουργούν, παρά καταστρέφουν. Και άρα ανοίγουν δρόμους στο μυαλό. Παράθυρα στον κόσμο. Σου φτιάχνουνε διάφορα γυαλάκια να τον κοιτάξεις από μέσα. Τα γυαλιά αυτά άραγε να αλλοιώνουν την εικόνα, να τη δείχνουνε στρεβλή, ή το καθένα να αναδεικνύει κι άλλα χαρακτηριστικά της; Προτιμώ το δεύτερο. Φοβούμαι ότι λιγότερο λάθος μοιάζει το πρώτο. Αλλά νιώθω ότι αυτό που βίωσα υπάρχει. Και είναι η αλήθεια μου.






Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Η μικρή ροδιά

   Ήτανε κάποτε μια μικρή ροδιά. Ζούσε στην αυλή από ένα σπίτι όπου έμενε μια οικογένεια με τρία παιδιά. Ήταν ένα νεαρό, όμορφο και καλοφτιαγμένο δέντρο. Που όταν θα μεγάλωνε θα ήταν σίγουρα πολύ δυνατό και θα έδινε πολλούς καρπούς. 
   Όλη η οικογένεια αγαπούσε πολύ τη ροδιά. Τη φροντίζανε. Ο πατέρας σκάλιζε το χώμα γύρω της για να είναι μαλακό. Η μητέρα την πότιζε κάθε βράδυ με το που έπεφτε ο ήλιος. Αλλά πιο πολύ από όλους τη ροδιά την αγαπούσαν τα παιδιά. Όλη μέρα τρέχαν στην αυλή και παίζανε, σκαρφάλωναν στα κλαδιά της, ένα ένα, γιατί τα κλαδιά της ήτανε λεπτά και δεν θα τα κρατούσε όλα μαζί. Και όχι όταν παίζανε κρυφτό, γιατί τα φύλλα της ήταν αραιά, και δεν θα τα έκρυβε καλά. Στη ροδιά μπορούσε να σκαρφαλώνει ακόμη και το μικρότερο παιδάκι, γιατί ακόμη ο κορμός της ήταν χαμηλός και έφτανε εύκολα τα κλαδιά της. Και κατά το μεσημέρι, αποκαμωμένα από το παιχνίδι, κάθονταν κοντά της, της τραγουδούσανε, και της λέγανε ιστορίες... Και η ροδιά ήξερε όλα τα νέα του σχολείου, και της γειτονιάς. Και έμαθε και πολλά παραμύθια. Αλλά το πιο αγαπημένο της ήταν όταν τα παιδιά της τραγουδούσαν... Κι όταν τα έβλεπε ιδρωμένα και κουρασμένα να κάθονται γύρω της, φούντωνε όσο μπορούσε τα κλαδιά της, να τους κάνει ίσκιο πυκνό να τα δροσίσει. Α, τα αγαπούσε πολύ τα παιδιά η ροδιά...
   Έφτασε καλοκαίρι, και η ροδιά άνθισε! Τα κλαδιά της γεμίσανε με μικρά ροζ ανθάκια. Ήταν τόσο όμορφη... Η μητέρα κάθε πρωί τη χάζευε, και τα παιδιά τώρα ανέβαιναν με πολύ προσοχή στα κλαδιά της, μην της χαλάσουν τα λουλούδια. Όλη μέρα είχε επισκέψεις από μέλισσες και πεταλούδες που ξεδιψούσαν με το νέκταρ της, και ξεκουράζονταν στα πέταλά της. Αλλά η ροδιά δεν το ευχαριστιότανε. Ένα ήταν το μέλημά της. Να κάνει όλα τα άνθη της καρπούς. Να δέσει πολλά ρόδια. Να τα κάνει μεγάλα και ζουμερά. Να τα πάρουν τα παιδιά... να γευτούν το αρωματικό της φρούτο... να ευχαριστηθούν. Πόσο χαρούμενη θα' ταν τότε η ροδιά... Κι όσο τα σκέφτονταν αυτά όλο και ψήλωνε, και η κορφή της ανέβαινε κατά τον ουρανό... Και μετά ξυπνούσε, μόνο λουλούδια είχε για την ώρα, είχε καιρό μπροστά της. Βάθαινε τις ρίζες της στη γη, ρουφούσε και έβαζε τα δυνατά της και όλο και έβγαζε ευωδιές από τα άνθη της, κι όλο καλούσε κι άλλες μέλισσες, κι άλλες πεταλούδες, να φέρουνε γύρη με τα ποδαράκια τους ίσαμε τους ύπερούς της καθώς θα πίνανε απ' το πολύτιμο νέκταρ. 
   Όμως η ροδιά ήτανε μικρή, και όσο και να τό 'θελε αλλιώς, αυτό που έκανε τώρα ήταν να μεγαλώνει, να δυναμώνει τον κορμό της, να βαθαίνει τις ρίζες της και να ψηλώνει τα κλαδιά της. Όλοι οι πολύτιμοι χυμοί που ρουφούσε με δίψα από τη γη και όλα τα συστατικά που με μανία έφτιαχνε στα φύλλα της καθώς δεχότανε τη δύναμή της από τις ζεστές αχτίδες του ήλιου, ήταν απαραίτητα για να μεγαλώσει και να δυναμώσει η ίδια. Δεν είχε φτάσει ακόμα η ώρα της να κάνει πολλούς και μεγάλους καρπούς.
   Και πέρασε ο καιρός, και έφτασε φθινόπωρο. Και η ροδιά είχε δέσει ένα μόνο ρόδι... Ήταν τόσο απογοητευμένη, τόσο λυπημένη... Ας είχε κάνει τουλάχιστον τρία, νά 'τρωγε ένα ρόδι το κάθε παιδί. Έστω αυτό, ένα για το καθένα. Αλλά τώρα... Ένα; Ένα ρόδι; Ποιος θα το φάει; Να το πάρει ο Δημήτρης, ο μικρούλης, σκέφτηκε η ροδιά, που είναι ο πιο μικρός και έχει ανάγκη για να μεγαλώσει. Γιατί μωρέ, σάματις δεν έχει ανάγκη ο μεγάλος ο Κωστής, που πήρε δύο κεφάλια μπόι μέσα σε ένα καλοκαίρι, και συνεχίζει; Αμ η Αννούλα; Που έχει την πιο γλυκιά φωνούλα, και της έχει ιστορήσει τα πιο όμορφα παραμύθια; Κι ο Δημήτρης όμως λέει ωραία τραγουδάκια. Άσε τον Κωστή, που της έβαλε και κούνια στο πιο γερό κλαδί της, και παίζει όλη μέρα μαζί της. Ποιος να το πρωτοπάρει το ρόδι της; Κι αν... κι αν τα παιδιά τσακωθούν; Ωχού... είναι τόσο αγαπημένα τα παιδιά, και παίζουν τόσο όμορφα και τα τρία μαζί, και τώρα να τσακωθούν εξαιτίας της; Κι αν πάνω στον καυγά, σπρωχτούν και πέσει κανένα και χτυπήσει; Πο πο συμφορά, τα αγαπημένα της παιδιά και να πάθουν κάτι; Άσε που αν τσακωθούν, σίγουρα θα τα μαλώσουν οι γονείς και μπορεί και να φάνε και καμιά τιμωρία και θα φταίει για όλα αυτή... Πο πο τί έπαθε, τί το ήθελε και το' κανε κι αυτό το ρόδι; Καλύτερα να μην είχε κάνει κανένα αφού δεν κατάφερε να κάνει τρία. Αυτά σκεφτόταν η ροδιά, και μάζευε θλιμμένη τα κλαδιά της προσπαθώντας να κρύψει το ρόδι της στα φύλλα της, μην το δουν τα παιδιά και γίνει η πηγή τόσων κακών.
   Ώσπου μια Κυριακή, μετά το φαγητό, η μητέρα βγήκε από το σπίτι και πήγε προς τη μικρή ροδιά. "Τί μας έχεις εδώ καλή μου;" Έφτασε το κλαδί με το ρόδι και το έκοψε. "Ευχαριστούμε ροδούλα μας! Και του χρόνου!" Και γύρισε στο σπίτι. Πήρε μια μεγάλη πιατέλα, άνοιξε το ρόδι. Μυριάδες ρουμπίνια σκόρπισαν στη λευκή πιατέλα. Και τότε η μάνα πήρε τρία πιάτα και μοίρασε σ' αυτά τα σπειριά από το ρόδι. 
   Η ροδιά περίμενε ντροπιασμένη με αγωνία να ακούσει φωνές. Άκουσε. Χαρούμενες φωνές, και γέλια και επιφωνήματα ευχαρίστησης από τρία παιδικά στοματάκια. Από το ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε στην κουζίνα του σπιτιού, φαινότανε τρία χαρούμενα παιδιά, που κρατούσανε από ένα πιάτο το καθένα γεμάτο με το γλυκό καρπό της ροδιάς. "Πο πο τί μας χάρισε η ροδιά μας...!" λέγανε σπάζοντας τα γλυκά ρουμπίνια στο στόμα τους και με λίγο χυμό να στάζει στα πηγουνάκια. Κι η ροδιά φούντωσε περήφανη τα κλαδιά της.
ΤΕΛΟΣ


(Η ιστορία της μικρής ροδιάς ήρθε σε μένα στα χρόνια του Δημοτικού Σχολείου μέσα από κάποιο ,αδύνατον να θυμηθώ ποιο, ανάγνωσμα. Η απόδοση είναι δικιά μου. Η ιστορία δεν αποτελεί δημιούργημά μου, μάλλον τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν σε κάποιον λογοτέχνη για παιδιά, και λυπάμαι που δεν μπορώ να θυμηθώ ποιον. Όμως το ότι μετά από μία παιδική ανάγνωση έμεινε τόσα χρόνια μέσα μου και αναβίωσε τόσο έντονα στο μυαλό μου τώρα, με κάνει να τη νιώθω "δικιά μου" όσο γίνεται μια ιστορία να αποτελεί ιδιοκτησία, μπορεί και καθόλου. Ξύπνησε πάλι μέσα μου όταν κλήθηκα, μαζί με άλλους, να πούμε ιστορίες για τις μέρες που περνάμε, τις μέρες που θά' ρθουν... Εμένα μου ήρθε η ροδιά. Αν και σιχαίνομαι τα επιμύθια, και τα ηθικά διδάγματα των μύθων, και τα "αυτή η ιστορία θέλει να μας πει..." νιώθω την ανάγκη να εκφράσω το παρακάτω. Νόμισα ότι η ιστορία ήρθε σε μένα ξανά στη συγκεκριμένη περίσταση για να δώσει ένα μήνυμα ότι όταν μοιράζομαι, τα λίγα γίνονται πολλά. Γράφοντάς την όμως τώρα, και βάζοντας κάτω τις λέξεις, παίρνω άλλα μηνύματα και τελικά ήρωας γίνεται πιο πολύ η ροδιά, λιγότερο το μοίρασμα, που εξακολουθεί φυσικά να είναι απαραίτητο για να έρθει η "κάθαρση" στο τέλος. Πόσος μπελάς θα μου πείτε για μια ιστοριούλα για παιδιά...)