Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Όνειρο...

Κολυμπούσα σε μια καθαρή ζεστή γαλάζια θάλασσα. Πιο γαλάζια από τον ουρανό, πιο φωτεινή από τον ήλιο. Και η θάλασσα με γέμισε, με έλουσε, με γέννησε. (Κάπου την ξέρω αυτή τη θάλασσα, κάπου την έχω ξανανιώσει... να'ναι αληθινή; να'ναι απ'άλλο όνειρο; απ' άλλο μου ταξίδι; Την ξέρω την αισθάνομαι, η πνοή μου είναι πνοή της...) Τα χέρια μου είναι δικά της. Τα πόδια μου είναι δικά της, το κορμί μου είναι δικό της, η καρδιά μου είναι δική της... η ψυχή μου λυτρωμένη μέσα από αυτή, είναι ελεύθερη. Και είναι ένα μαζί της. Ασημένιο δελφινάκι "πρωτόπειρο" όπως είπε κι ο ποιητής παιχνιδίζει στα κύματά της. Κι εγώ είμαι ελεύθερη. Είμαι δικιά μου. Και τρέχω με δύναμη πάνω από τα σύννεφα, ψηλά στον ουρανό και σκίζω τον αέρα. Καινή και γεμάτη. Τα χέρια μου δυο αστραπές, τα πόδια μου δυο γλάροι, τα μάτια μου δυο φωτιές κι από το στόμα μου αναβλύζει εκείνη. Από τα πάντα μου αναβλύζει εκείνη... Με πλημμυρίζει... με μεθά...
Κι από το δάκρυ μου τρέχει η χαρά, χαρά και καημός μεγάλος, που η θάλασσα είναι όνειρο, και μέλλει να ξυπνήσω. Λίγο ακόμη... 5 λεπτάκια όνειρο ακόμη...

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

Ισορροπώντας...

Γέλασε.
Άπλωσε με τα μεγάλα του χέρια ένα λεπτό σκοινί ανάμεσα απ' τα αγιοκλήματα και τα γιασεμιά. Πάνω απ' τη φουρτουνιασμένη θάλασσα που σκάει στα βράχια σκορπώντας στον αέρα τα δροσερά ανανηπτικά κομμάτια της.
Κάτω από τον καθαρό ανοιξιάτικο ουρανό.
Το 'δεσε γερά σε μια γέρικη ελιά, κει που άρχιζε ο γκρεμνός, από τη μια και έναν ψηλό βράχο που φύτρωνε από τη θάλασσα ίσα με την άκρη του γιαλού από την άλλη.
Άφησε το στέρεο χώμα. Βήμα βήμα. Το σκοινί τεντωμένο. Κινήσεις αβέβαιες. Πανικός. "Πού πάω;" Τα κύματα τεράστια, κομματιάζουν στα κοφτερά βράχια ό,τι βρεθεί στην αγκάλη τους. Ταλαντεύεται. Αριστερά ένας ήσυχος παράδεισος γεμάτος με γιασεμιά, δεξιά μεθυστικό και πλανερό τ' αγιόκλημα. Γέρνει.
Γέρνει.
Με μια απεγνωσμένη κίνηση κρατιέται από τις ρίζες που προεξέχουν του γκρεμνού στ' αριστερά. Στηρίζεται. Σκέφτεται να τ' αφήσει. Τί ανόητη σκέψη αλήθεια. Να περπατήσει ανάμεσα σε ουρανό και θάλασσα. Τριγυρισμένος από λουλούδια. Να βρεθεί μετέωρος μέσα στη μέση του γκρεμνού, που απ' τη μια χρόνια τώρα φύτευε γιασεμιά κι απ' την άλλη φύτρωνε άγριο τ' αγιόκλημα. Αχχχ...
Τί όμορφη σκέψη αλήθεια...
Ανάσανε. Καθαρός αέρας άναψε ξανά τη σπίθα στα μάτια του. Γιατί να μη μπορεί;
Βήμα βήμα. Το σκοινί τεντωμένο. Κινήσεις πιο σίγουρες. Αμφιβολία. "Μην κοιτάξεις κάτω, όχι ακόμα." Δεν ήταν επικίνδυνο, τα δυο κομμάτια γης κοντά κοντά. Να, μια έτσι να 'κανε τα χέρια του, γραπώθηκε. Όμορφα ήταν.
Βήμα βήμα. Το σκοινί τεντωμένο. Κινήσεις σταθερές και σίγουρες. Η σχισμή της γης άνοιγε. Άπλωσε τα χέρια. Δε βρήκε τη σιγουριά της μα δεν την έψαχνε.
Μεθυσμένος από τ' αρώματα, τα γιασεμιά, τ' αγιόκλημα, το φρέσκο ιώδιο ανακατωμένα, έκλεισε τα μάτια. Ναί. Έτσι πρέπει να μοιάζει η ευτυχία: σαν αγαπημένη αγκαλιά, που δε τη νοιάζει να σε κρατήσει δικό της, σαν γέλιο ξέγνοιαστου παιδιού μπροστά σε ζαχαρωμένα μηλαράκια, σαν παιχνίδισμα δελφινιού μες στα άγρια κύματα. Τα κύματα; Άνοιξε απότομα τα μάτια και κοίταξε κάτω. Βαθιά ανάσα, βαθιά ανάσα. Η ψυχραιμία είναι το παν. Δεν κινδυνεύεις. Ουφ... Ανεβάζοντας το βλέμα πήρε το μάτι του ένα νικημένο Βάκχο να στρίβει μακρυά στα βράχια.
Γέμισε τα πνευμόνια του ιώδιο.
Και γέλασε...
Το γέλιο του αντήχησε μακρυά, κατέβηκε κάτω ίσα με τα κύματα που σκάνε και ανέβηκε δυνατό πάνω ξανά και χύθηκε στις λωρίδες γης.
Πάνω κάτω, μπλε, γαλάζιο. Περπατούσε ανάμεσα απ'τον ουρανό και τη θάλασσα. Μεθυσμένος απ' τα αρώματα των λουλουδιών που αγαπούσε.
Ισορροπούσε.
Ισορροπούσε...

Έφτασε στην άκρη του σκοινιού, πιάστηκε απ'το βράχο. Έλυσε το μακρύ σκοινί και το πέταξε με τα δυνατά του χέρια στη γη όπου κρατούσε την άλλη του άκρη η γέρικη ελιά. Σκαρφάλωσε κάτω το βράχο σφυρίζοντας... Κοίταξε τη θάλασσα να μανιάζει μέσα στη σχισμή που αφήναν οι δυο γκρεμνοί. Προσπέρασε, βράχο-βράχο έφτασε στην απάνεμη παραλία. Και βούτηξε στα κύματα.

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Μύρισε Άνοιξη...

Μύρισε Άνοιξη 16 χρονώ...
Είναι νωρίς. Δεν την αντέχω. Δε με χωράει.
Χρειάζομαι τις βαριές κουβέρτες του Χειμώνα να με σκεπάζουν.
Την πυκνή παγωνιά να με καλύπτει.
Αυτή η ανάλαφρη χαρά που φλυαρεί στον αέρα με εξοργίζει. Με ξεσηκώνει.

Αν ανοίξω τα χέρια μου θα χωρέσουν όλον τον κόσμο.
Αν του σφίξω τα χέρια θα τα σπάσω.
Αν φωνάξω θα γκρεμιστούν τείχη.
Αν ξεφυσήξω θα σηκωθούν τρικυμμίες.
Αν γελάσω -δε θα'ναι από χαρά- θα ανοίξουνε ρουφήχτρες.

Αν μου κλείσεις τη μύτη -θα ανοίξω το στόμα, αλλά άμα δεν προλάβω- θα σκάσω.

Δεν την αντέχω την αυθάδειά της για πρόωρη Άνοιξη στην καρδιά του Φλεβάρη.
Ήθελα βαρυχειμωνιά, ήθελα κρύο, κρύο, να με παγώσει, να με σβήσει...
Κι ήρθε αυτή, ώ είναι σίγουρα αυτή. Γελαστή, κελαρυστή κι ανάλαφρη.
Πώς τόλμησε; πώς τόλμησε να φέρει στα ρουθούνια άρωμα από φρέσκιες φρέζες; να φέρει στο μυαλό βραδυές ιλαρές, αρμύρα και γλυκειά δροσιά, γαλάζιο και βαθύ μπλε, ιώδιο και βιολέτες, νυχτολούλουδα, φρεσκοκομμένο γρασίδι; Πώς τόλμησε να ξεσηκώσει κι άλλο τη φουρτουνιασμένη καρδιά;

Μύρισε άνοιξη 16 χρονώ... που στα χέρια της χωρά ο κόσμος όλος... Μόνο ένα στραβόξυλο σαν εμένα δε χωρά πουθενά.................... Δε με χωρα...

...

Δε με χωρώ...



Να σκάσω!
Να εκραγώ,
να ξεχειλίσω,
να μεγαλώσω
να ψηλώσω,
να σκίσω το δέρμα μου να βγω,
να δω.

στα μάτια να κοιτάξω την εκτοξευμένη μου καρδιά.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

αγωνία...

Είπε ο ποιητής:

Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,
σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,
παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,
τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
και στη σκόνη του καιρού.

Σημαίνει πως φοβόμαστε
και η ζωή μας έγινε ξένη,
ο θάνατος βραχνάς.
                            Γ. Σαραντάρης


κι αντηχεί...           στα αυτιά, το μυαλό, την καρδιά...


και πώς ζεις;
με τις "σωστές" επιλογές;


επέλεξε ο ποιητής:

- την χαράν ή την λύπην;
- την χαρά

- την λύπην ή την ανίαν;
- την λύπη

- τον άνθρωπο ή τον πόθο;
- τον πόθο

- τον πόλεμο ή την ειρήνη;
- την ειρήνη

- ν' αγαπιέσαι ή ν' αγαπάς;
- να αγαπώ
                            Ν. Εγγονόπουλος



κοινέ θνητέ,

ζήσε.




Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

περί έρωτος...

γιατί ερωτευόμαστε;
τί είναι αυτό που μας κάνει να ερωτευτούμε;
είναι ο άνθρωπος;
είναι η ιδέα;
είναι εσωτερική ανάγκη;
Τείνω προς το τρίτο. Ξεκινάει από μέσα μας, μας γεμίζει, μας αδειάζει, συσσωρευμένη ενέργεια που μας πνίγει και πρέπει κάπου να διοχετευτεί, κάπου να στραφεί, να γίνει ζωογόνος δύναμη, δημιουργία.
Ω η ιδέα... η ιδέα κι αν είναι ελκυστική, πόσο μας εξιτάρει... πόσο μας παραμυθιάζει... Το πρώτο πράγμα που ερωτεύόμαστε είναι η ιδέα του να είμαστε ερωτευμένοι...
Και ο άνθρωπος;   Ο άνθρωπος... Ο άνθρωπος βρίσκεται μπροστά μας. Κι αλίμονο ποιος θα βρεθεί μπροστά σου εκείνη τη στιγμή... "Καλό τυχερό" λένε η γιαγιάδες. και είναι η μεγαλύτερη ευχή.
Θύμα της συσσωρευμένης ενέργειάς μας. Θύτης της ευάλωτης στιγμής μας. Ο άνθρωπος... γίνεται σύμβολο. Προσωποποίηση όσων ονειρευτήκαμε. Αποδέκτης της επιτακτικής προσφοράς μας. Το κέντρο του κόσμου... Και μακρυά του τίποτα δεν έχει νόημα. Τίποτα δεν είναι αρκετό.
Η λογική, η λογική σβήνει - χάνεται, ενοχλητικό πετραδάκι γίνεται που μπήκε στο παπούτσι. Θα σε σταματήσει μωρέ ένα χαλικάκι να τρέξεις απο λαχτάρα όταν όλη η ψυχή σου βράζει;
Την αγνοείς. Την ξεχνάς. Ώσπου να σε ξεχάσει και εκείνη, να παραμυθιαστεί μαζί σου, να ξελογιαστείς.
Μέχρι η θύελλα να κοπάσει, να πάψει ο άνεμος, να πέσει το κύμα. Και τότε ηρεμούμε, μας περνάει... Πόσο να αντέξει ο άνθρωπος σε τέτοια υπερδιέγερση; Δουλειά δε θα πρόκοβε στον κόσμο. ΄Ενα τρυκάκι για την αναπαραγωγή να'ναι όλο και να περνάει; Απάντηση δεν έχω. Περνάει όμως. Καταλαγιάζεις... Και κοιτάς τί μες στη θύελλα έσπερνες. Ψύχραιμα. Κι η λογική θεριεύει. Βγάζει τα τεφτέρια της: μετρά, ξαναμετρά, τα βγάζει, δε τα βγάζει... Συνεχίζεις.
Και τί μένει; μια αγάπη; μια εμπειρία; μια πληγή; Ό,τι και να'ναι συνεχίζεις.
Προχωράς. και πορεύεσαι αναλόγως...
Ώσπου να μαζέψεις, να μαζέψεις, να μαζέψεις, (τί; δεν ξέρω αλλα σε γεμίζει) να γεμίσεις, να γεμίσεις, να γεμίσεις ώσπου να σπάσεις. και να γεμίζεις και να αδειάζεις και ξανά και ξανά... ώσπου να βρεις αντίκρισμα, ένα θύμα, ένα θύτη, να του τα δόσεις όλα, να σωπάσει η καταιγίδα, γιατί αλλιώς οι άνεμοι δεν κοπάζουν... Λυμαίνονται μέσα σου, σε γδέρνουν, σε παρασέρνουν σε γκρεμίζουν, σε φουσκώνουν σε αδειάζουν και κάνει κρύο...................................... Και δε σε νοιάζει τίποτα. Το χαλίκι είναι κι όλας πολύ μικρό για να κρατήσει χαλινάρι.
Το θεριό που σε πορθεί πρέπει κάπως να τραφεί.
Κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει.
Κι όλα πάλι απ'την αρχή.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

μεταμόρφωση

Ένα φεγγάρι που 'σκασε ξαφνικά στο ξύλινο πάτωμα της κάμαρής μου.

Τα σκληρά ασημένια του θραύσματα τιναχτήκανε πληγώνοντας το γυμνό λευκό στήθος.

Το αίμα κόκκινο μπλέχτηκε στην ασημένια φεγγαρόσκονη στάζοντας στα σανίδια.

Γλιστρώντας στην πηχτή λάσπη των χυμών του φεγγαριού και των δικών μου ούρλιαξα:



"ΘΕ ΜΟΥ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ!"

Κραυγή αγωνίας που έσκισε την νύχτα,

κι έριξε το κεφάλι της στο ματοβαμμένο πάτωμα.

Χοντρά δάκρυα κυλούν στα μάγουλά μου,

με γλείφουνε ηδονικά ώσπου τέλος να σταλάξουνε

μπροστά στα γρατζουνισμένα απ' το θρυμματισμένο διάφανο ασήμι γόνατά μου

σε μια λίμνη που ξεπλένει όσο πάει το πηχτό λασπωμένο αίμα.

Σε μια λίμνη που όσο πάει μεγαλώνει,

διάφανη στάμπα στο υγρό παρκέ,

υγρή, με ποτίζει,

κι όσο τη νιώθω τόσο με υγραίνει,

πηγή και για άλλα δάκρυα γίνεται,

σα να μεγαλώνει ο καημός τον καημό μου.



Και ξάφνου, ριπή αέρα ξεφεύγει απ' το γερμένο τζάμι,

μου μπλέκει τα βρεμένα από το αίμα από τα δάκρυα μαλλιά,

και χάδι γίνεται στο γερτό μου σβέρκο,

κι ο πνιχτός λυγμός σωπαίνει.

Κι όπως είμαι σκυφτή πάνω απ' τη λίμνη των δακρύων μου, καθρέφτη της ψυχής μου, τα μάτια ανοίγω.



"Θε μου, το Φεγγάρι...!"

Κραυγή χαράς! Που είναι εκεί, που κολυμπά μέσα στα δακρυά μου.

Και θαυμασμού! Αχ πώς χωρά τόση ομορφιά, τόση σοφία, τόση χάρη, σ' ένα τόσο δα είδωλο μικρό απ' το φεγγάρι;



Δεύτερο φύσημα και κύμα σκάει

στην όχθη των ελπίδων μου ξεβράζει το φεγγάρι,

με δέος τ' αγγίζω, το φιλώ,

πρώτα με τα χείλη, τα μαλλιά και τέλος με τα χέρια,

το πιάνω, το φορώ, το ντύνομαι.

Τί όμορφη μου είμαι μες στο φεγγάρι...

Κι οι πληγές μου γιάνουν, κι οι γρατζουνιές μου σβήνουν.

Κι είμαι εγώ, καινούργια, νέα, ξανά απ' την αρχή,

λουσμένη, ευλογημένη απ' το φεγγάρι.



και σαν πάω τέλος να το κρεμάσω στο λαιμό,

μου ξεγλιστρά, και φεύγει χάνεται.

Σπίθα γίνεται στον ουρανό,

τ' ακολουθώ με βλέμμα αβέβαιο,

τον άνεμο έχει οδηγό.



Κοιτώ ψηλά που ενώνεται ξανά στο θόλο.

Τα χέρια ανοίγω κι υποκλίνομαι.

Με μάτια ορθάνοιχτα θαυμάζω.

Βγες και συ να δεις που γίνηκε Σελήνη!